MENUMENU
MENUMENU

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα, τα οποία συνδέονται με τρισεκατομμύρια συνδέσεις. Όταν εκδηλώνεται μία επιληπτική κρίση, συνήθως επηρεάζει μία μικρή περιοχή του εγκεφάλου. Λόγω των πολλών συνδέσεων όμως, οι κρίσεις εξαπλώνονται και στα άλλα εγκεφαλικά τμήματα, καταλαμβάνοντας εν τέλει όλο τον εγκέφαλο.

Μπορούμε να θεωρήσουμε την επιληψία σαν ένα «βραχυκύκλωμα» που συμβαίνει ξαφνικά στον εγκέφαλο και προκαλεί δυσλειτουργία ή και παροδική παύση της λειτουργίας του. Γενικά διακρίνουμε την επιληψία σε ιδιοπαθή και δευτεροπαθή. Από ιδιοπαθή επιληψία πάσχουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο και σε αυτούς δεν έχει βρεθεί συγκεκριμένο αίτιο. Η δευτεροπαθής επιληψία εκδηλώνεται σε ασθενείς που πάσχουν συγκεκριμένο αίτιο όπως π.χ. όγκο εγκεφάλου, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αγγειακό πρόβλημα, δυσπλασίες κ.τ.λ.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με το είδος και την εντόπιση του επιληπτογόνου κέντρου και διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή. Γενικά όμως μπορούμε να διακρίνουμε τις «γενικευμένες» επιληπτικές κρίσεις, κατά τις οποίες ο ασθενής παρουσιάζει γενικευμένους σπασμούς και χάνει τις αισθήσεις του και τις «εστιακές» κρίσεις, κατά τις οποίες ο ασθενής παρουσιάζει συγκεκριμένα και πιο ελαφρά συμπτώματα, χωρίς να χάσει τις αισθήσεις του.

Γενικά για τη θεραπεία της επιληψίας

Η αντιμετώπιση της ιδιοπαθούς επιληψίας γενικά αποτελεί αντικείμενο της κλινικής νευρολογίας. Στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό οι πάσχοντες αντιμετωπίζονται επιτυχώς με φάρμακα από τους κλινικούς νευρολόγους. Σε κάποιες περιπτώσεις όπου υπάρχει ανθεκτική στα φάρμακα επιληψία, παραπέμπονται επιλεγμένοι ασθενείς για νευροχειρουργική αντιμετώπιση.

Στη δευτεροπαθή επιληψία συνεπεία συγκεκριμένου οργανικού αιτίου (π.χ. όγκος, δυσπλασία) ο ασθενής αντιμετωπίζεται από νευροχειρουργό με στόχο την αφαίρεση του αιτίου της επιληψίας.

Χειρουγική αντιμετώπιση επιληψίας

Πολλές φορές η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου είναι ικανή να αναδείξει την επιληπτογόνο περιοχή που θα πρέπει να χειρουργηθεί και βάση της οποίας γίνεται η αρχική κρανιοτομία. Μετά την κρανιοτομία η ακριβής επιληπτογόνος περιοχή του εγκεφάλου καθορίζεται με ακρίβεια με ειδικό διεγχειρητικό εγκεφαλογράφημα (φλοιογράφημα). Ο εντοπισμός αυτός επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ειδικού νευρολόγου-επιληπτολόγου ο οποίος παρίσταται στο χειρουργείο.

Μετά τον εντοπισμό της, ο νευροχειρουργός αποφασίζει την αφαίρεσή της ή όχι, ανάλογα με το αν επηρεάζει σημαντικές λειτουργίες, όπως η ομιλία και η κινητικότητα. Αυτή η επέμβαση ονομάζεται «θεραπευτική επέμβαση εκτομής».

Αν οι επιληπτικές κρίσεις είναι πολυεστιακές ή γενικευμένες (σε όλο τον εγκέφαλο) τότε το χειρουργείο αποσκοπεί απλά στη βελτίωση της σοβαρότητας της κρίσης και στην μείωση της βαρύτητάς της.

Μετά το χειρουργείο

Μετά από το χειρουργείο, ο ασθενής επιστρέφει στον θεράποντα νευρολόγο του και η φαρμακευτική αγωγή συνεχίζεται, είτε η ίδια είτε μειωμένη, σύμφωνα με τη κρίση του θεράποντος. Συνήθως ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών μετά από χειρουργική επέμβαση μειώνουν ή και διακόπτουν την φαρμακευτική αγωγή.