MENUMENU
MENUMENU

Αρτηριοφλεβώδη δυσπλασία, διεθνώς καλούμενη «AVM», από τα αρχικά του όρου Arterio – Venous Malformation, ονομάζουμε την μη φυσιολογική επικοινωνία των αρτηριών και των φλεβών του εγκεφάλου κατά την οποία παρακάμπτεται η τριχοειδική φάση της φυσιολογικής κυκλοφορίας του αίματος στην συγκεκριμένη περιοχή. Πρόκειται στην ουσία για μία συγγενή πάθηση που αφορά τη διάπλαση των αγγείων. Συναντάται πολύ συχνά στον εγκέφαλο και σπανίως στον νωτιαίο μυελό.

Αποτέλεσμα της παράκαμψης της τριχοειδικής κυκλοφορίας είναι ότι η υψηλή πίεση των αρτηριών μεταδίδεται απευθείας στις αποχετευτικές φλέβες του εγκεφάλου, οι οποίες φυσιολογικά διαθέτουν τοιχώματα για χαμηλές πιέσεις.

Αυτό το γεγονός μπορεί να προκαλέσει σαν σοβαρή συνέπεια αιμορραγία στον εγκέφαλο (αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο).

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα εξαρτώνται απόλυτα από το αν η δυσπλασία έχει αιμορραγήσει ή όχι. Αν δεν έχει αιμορραγήσει μπορεί να προκαλέσει στις περισσότερες περιπτώσεις επιληπτική κρίση.

Εάν έχει αιμορραγήσει τότε τα συμπτώματα εξαρτώνται από το μέγεθος της αιμορραγίας και την περιοχή του εγκεφάλου που την υπέστη.

Σχεδόν πάντα υπάρχει έντονος πονοκέφαλος που μπορεί να συνοδεύεται από ναυτία ή έμετο. Σύνηθες σύμπτωμα αποτελεί και η μυϊκή αδυναμία ανάλογα με την εντόπιση της αιμορραγίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για πολλά χρόνια μπορεί ο ασθενής να μην έχει κανένα σύμπτωμα και μπορεί να διαγνωστεί τυχαία η πάθηση με μαγνητική τομογραφία που γίνεται για άλλους λόγους.

Διάγνωση

Η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου αποτελεί την πρωταρχική εξέταση βάσει της οποίας γίνεται η διάγνωση της δυσπλασίας, όπως επίσης και η εκτίμηση της επικινδυνότητάς της με κριτήριο το μέγεθος της βλάβης και την ανατομική της θέση στον εγκέφαλο.

Ακολουθεί πάντα η ψηφιακή αγγειογραφία του εγκεφάλου, η οποία θα δώσει πολύτιμα στοιχεία για την αιμοδυναμική της δυσπλασίας και των γειτονικών περιοχών του εγκεφάλου και θα αποτελέσει το τελικό κριτήριο για το είδος της θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Θεραπεία της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας

Η θεραπεία μπορεί να είναι ενδοαγγειακή-επεμβατική, χειρουργική, ακτινοχειρουργική ή συνδυασμός των ανωτέρω.

Η κατάλληλη μέθοδος ή συνδυασμός μεθόδων αποφασίζεται μετά από την πλήρη διερεύνηση της δυσπλασίας και ιδανικά μετά από συζήτηση μεταξύ νευροχειρουργού, επεμβατικού ακτινολόγου και ειδικού ακτινοθεραπευτή.

Τα τελευταία χρόνια η συνήθης πρωταρχική αντιμετώπιση είναι η ενδοαγγειακή επεμβατική (εμβολισμός). Η μέθοδος αυτή διενεργείται από εξειδικευμένο επεμβατικό νευροακτινολόγο ή ενδοαγγειακό νευροχειρουργό, όπου με κατάλληλους μικροκαθετήρες και πορεία μέσα από το αγγειακό δένδρο στοχεύεται η δυσπλασία και εμβολίζεται με ειδικά υλικά που προκαλούν τη θρόμβωσή της.

Η χειρουργική θεραπεία επιτελείται μέσω κρανιοτομίας όπου ο στόχος του νευροχειρουργού είναι η πλήρης αφαίρεση της δυσπλασίας ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος αιμορραγίας.

Πολλές φορές προσφέρεται στον ασθενή συνδυασμός των δύο ανωτέρω μεθόδων, αρχής γενομένης με εμβολισμό, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει θρόμβωση μεγάλου τμήματος της δυσπλασίας, και εν συνεχεία χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται το υπόλειμμα της δυσπλασίας που δεν έχει θρομβωθεί.

Η στερεοτακτική ακτινοχειρουργική έχει εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια με επιτυχία σε μικρού μεγέθους αρτηριοφλεβώδεις δυσπλασίες, είτε συμπληρωματικά σε υπολείμματα δυσπλασίας μετά από εμβολισμό, όταν η περιοχή στην οποία βρίσκεται η δυσπλασία είναι χειρουργικά μη προσπελάσιμη.